Ρευματοδότης ή θηλυκό
Priza.jpg
πρίζα η [príza] & μπρίζα η [bríza] O25 : εξάρτημα ηλεκτρικής εγκατάστασης, συνήθ. προσαρμοσμένο στον τοίχο, που είναι κατάλληλο για να δίνει ρεύμα σε ηλεκτρικές συσκευές: Για να δώσουμε ρεύμα στη συσκευή, πρέπει να βάλουμε το φις στην ~. Ξέχασε το σίδερο στην ~ και κόντεψε να καεί. ΦP (προφ.) είμαι στην ~, είμαι σε κατάσταση υπερέντασης, υπερκινητικότητας. [γαλλ. pris(e) -α· ηχηροπ. του αρχικού [p > b] από συμπροφ. με το άρθρο στην αιτ. [tin-p > timb > tim-b]]




Ρευματολήπτης ή αρσενικό
fis.png
φις το [fís] O (άκλ.) : (ηλεκτρολ.) εξάρτημα εφοδιασμένο με μεταλλικές προεξοχές που μπαίνουν σε αντίστοιχες υποδοχές μιας πρίζας· (πρβ. βύσμα): Bγάζοντας το ~ από την πρίζα, διακόπτεται η παροχή ρεύματος. Tο ~ δεν ταιριάζει στην πρίζα. [λόγ. < γαλλ. fiche]

ρευματολήπτης ο [revmatolíptis] O10 : (λόγ.) φις. [λόγ. ρευματ- (ρεύμα)2 -ο- + -λήπτης]

ρευματοδότης ο [revmatoδótis] O10 : (λόγ.) μπρίζα: ~ τοίχου. [λόγ. ρευματ- (ρεύμα)2 -ο- + -δότης]
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=68589.0#ixzz1Wds9MRMz